HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διακοπές | Babel Free

Noun feminine CEFR A2 Frequent

Ορισμοί

  1. περίοδος καθορισμένης αργίας, κατά την οποία διακόπτεται η λειτουργία των εκπαιδευτικών ή άλλων ιδρυμάτων, καταστημάτων κ.λπ.
  2. περίοδος πολυήμερης διακοπής της εργασίας (για εργαζόμενο) ή των μαθημάτων (για μαθητή ή σπουδαστή) για ξεκούραση και ψυχαγωγία, που συνδυάζεται συνήθως με ταξίδια αναψυχής

Ισοδύναμα

English holiday Vacation

Παραδείγματα

“καλοκαιρινές διακοπές”
“διακοπές των Xριστουγέννων”
“πού θα πάμε φέτος στις διακοπές;”
“(κατ' επέκταση) το ταξίδι αναψυχής που πραγματοποιείται σε αυτήν την περίοδο”
“πού θα πάτε φέτος διακοπές;”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διακοπές used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course