αργία
Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- ιστορικός ημιορεινός οικισμός στη ΒΑ Νάξο, κοντά στο Φιλώτι, που καταστράφηκε επί τουρκοκρατίας. Σήμερα σώζονται μόνο ερείπια.
- ο χρόνος κατά τον οποίο διακόπτεται η εργασία κυρίως εξαιτίας κάποιας γιορτής ή ενός σημαντικού γεγονότος
- η έλλειψη εργασίας ή απασχόλησης
- η πειθαρχική ποινή παύσης εργασίας, που επιβάλλεται σε δημόσιους υπαλλήλους, στρατιωτικούς και κληρικούς για κάποιο παράπτωμα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η Πρωτομαγιά είναι μέρα αργίας για τους εργαζόμενους.”
May Day is a holiday for the workers.
“η Πρωτομαγιά είναι μέρα αργίας για τους εργαζόμενους”
“εξαιτίας της ανεργίας πολλοί εργάτες είναι καταδικασμένοι σε αναγκαστική αργία”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free