σφαίρα
Ορισμοί
- το γεωμετρικό στερεό στο οποίο όλα τα σημεία της επιφάνειας ισαπέχουν από το κέντρο του
-
κάθε αντικείμενο που έχει σφαιρικό σχήμα figuratively
-
νοητός χώρος με μία χαρακτηριστική ιδιότητα figuratively
-
πεδίο δράσης, περιοχή δικαιοδοσίας figuratively
- βολίδα φορητού πυροβόλου όπλου, μπόλι, φυσέκι, φυσίγγιο
- μεταλλικό σφαιρικό αντικείμενο συγκεκριμένου μεγέθους που χρησιμοποιείται σε άθλημα
-
η σφαιροβολία figuratively
Ισοδύναμα
42 more languages
Cymraegcyfoeth
Ελληνικάσφαιροβολία
Eestikuulitõuge
Galegoámbito
Italianoambitodisco di gommadominiogetto del pesoglobolancio del pesoocchioorbeorbitaproiettilereameregnosfera
Latinaorbis
Portuguêsâmbitoarremesso de pesobalacampodisco de hóqueidomínioesferalançamento do peso (pt)orbereino
Slovenčinapuk
Παραδείγματα
“η Γη είναι μια σφαίρα”
“η σφαίρα του φανταστικού, η σφαίρα του εφικτού, η σφαίρα των ιδεών”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free