απόλυτα
Ορισμοί
- με απολυτό τρόπο
- κατά απόλυτο τρόπο
- χωρίς εξάρτηση από άλλο συντακτικό όρο
- σε απόλυτο βαθμό, εντελώς, τελείως
Ισοδύναμα
27 more languages
Catalàabsolutament
Češtinavyložený
Bahasa Indonesiasemuanya
Portuguêsabsolutamentede forma algumade forma nenhumade jeito algumde maneira nenhumade modo algumqualquer
Українськагамузом
Παραδείγματα
“μη μιλάς τόσο απόλυτα, κράτα και μερικές επιφυλάξεις”
“το απαρέμφατο χρησιμοποιείται απόλυτα σε στερεότυπες. εκφράσεις ως προσδιορισµός ή της αναφοράς ή του σκοπού”
“είμαι απόλυτα βέβαιος”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free