Meaning of απολύτως | Babel Free
Ορισμοί
- σε απόλυτο βαθμό, εντελώς, τελείως
- χωρίς εξάρτηση από άλλο συντακτικό όρο
Παραδείγματα
“με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζονται απολύτως τα συμφέροντά μας”
“είμαι απολύτως βέβαιος”
“Το απαρέμφατο απολύτως. Το απαρέμφατο χρησιμοποιείται και χωρίς εξάρτηση από κάποιο ρήμα: 1) επιφωνηματικώς ... (από το σχολικό βιβλίο «Λατινική Γραμματική» του Αχιλλέα Τζάρτζανου)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.