Meaning of βάλω | Babel Free
/ˈva.lo/Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάζω
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βάλλω
- θα βάλω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βάζω
- θα βάλω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βάλλω
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.