Σημασία του πίστη | Babel Free
ˈpi.stiΟρισμοί
- η πεποίθηση, η βεβαιότητα
- γυναικείο όνομα
- η εμπιστοσύνη σε κάποιον, στις δυνατότητές του ή στις προθέσεις του
- η βεβαιότητα για την ύπαρξη του θεού και η εμπιστοσύνη σε αυτόν
- η ενεργός ένταξη σε μια θρησκεία
- η συζυγική πίστη, η αποφυγή ερωτικής επαφής με άλλον άνθρωπο εκτός από τον/την σύζυγο
- το κλίμα εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις οικονομικές συναλλαγές
Ισοδύναμα
Azərbaycanca
əqidə
Български
вярвам
Deutsch
Beglaubigung
Empfehlung
Glaube
Glauben schenken
Kredenz
Nachweis
Religion
Überzeugung
Vertrauen schenken
Verurteilung
Gàidhlig
creideas
Magyar
meggyőződés
Հայերեն
համոզմունք
한국어
설득력
Македонски
убедување
Bahasa Melayu
sabitan
Nederlands
aanbeveling
aannemen
aanvaarden
bewijs
fiducie
geloof
geloven
ondersteuning
overtuiging
veroordeling
vertrouwen
Svenska
övertygelse
Українська
перекона́ння
Παραδείγματα
“είναι πίστη μου ότι αργά ή γρήγορα οι άνθρωποι θα αντιληφθούν την αλήθεια”
“έχω πίστη σ' αυτόν τον άνθρωπο”
“δε με νοιάζει ποια είναι η πίστη σου”
“η τραπεζική πίστη”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free