HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του πίστη | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Frequent
ˈpi.sti

Ορισμοί

  1. η πεποίθηση, η βεβαιότητα
  2. γυναικείο όνομα
  3. η εμπιστοσύνη σε κάποιον, στις δυνατότητές του ή στις προθέσεις του
  4. η βεβαιότητα για την ύπαρξη του θεού και η εμπιστοσύνη σε αυτόν
  5. η ενεργός ένταξη σε μια θρησκεία
  6. η συζυγική πίστη, η αποφυγή ερωτικής επαφής με άλλον άνθρωπο εκτός από τον/την σύζυγο
  7. το κλίμα εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις οικονομικές συναλλαγές

Ισοδύναμα

Azərbaycanca əqidə
Български вярвам
Esperanto fido kondamno
Español convicción crédito fe fe
Gàidhlig creideas
Galego convicción lei
Հայերեն համոզմունք
Bahasa Indonesia kepercayaan pemidanaan pidana
日本語 信任 信念 信憑 有罪判決
한국어 설득력
Македонски убедување
Bahasa Melayu sabitan
Svenska övertygelse
Türkçe iman inanç inanış
Українська перекона́ння

Παραδείγματα

“είναι πίστη μου ότι αργά ή γρήγορα οι άνθρωποι θα αντιληφθούν την αλήθεια”
“έχω πίστη σ' αυτόν τον άνθρωπο”
“δε με νοιάζει ποια είναι η πίστη σου”
“η τραπεζική πίστη”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πίστη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free