πεποίθηση
Ορισμοί
- βεβαιότητα
- εμπιστοσύνη
-
πεποιθήσεις: αρχές, αξίες, ιδεολογία, άποψη, γνώμη plural
Ισοδύναμα
29 more languages
Azərbaycan diliəqidə
Българскисигурност
Bosanskiсигурност
Esperantokondamno
עבריתודאות
हिन्दीयक़ीन
Hrvatskiсигурност
Magyarmeggyőződés
Հայերենհամոզմունք
Latinacertitudo
Македонскиубедување
Bahasa Melayusabitan
Српскисигурност
Українськаперекона́ння
Παραδείγματα
“Έχω τη βαθιά πεποίθηση ότι θα τα καταφέρουμε.”
I have the deep conviction that we will succeed.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free