HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σιγουριά

Ουσιαστικό CEFR C1 Standard
si.ɣuˈɾʝa

Ορισμοί

  1. κατάσταση κατά την οποία νιώθει κανείς ασφαλής
  2. η ιδιότητα του σίγουρου

Ισοδύναμα

13 more languages

Παραδείγματα

“Ένιωσε μεγάλη σιγουριά όταν πήρε την απόφαση.”

He felt great confidence when he made the decision.

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σιγουριά σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free