Meaning of σίγουρος | Babel Free
/ˈsiɣuɾos/Ορισμοί
- που προκαλεί το αίσθημα της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης, που απομακρύνει το αίσθημα της αβεβαιότητας και της ανησυχίας
- που νιώθει ασφάλεια ή / και βεβαιότητα για κάτι
- που θεωρείται αναμφισβήτητος, βέβαιος κι εξασφαλισμένος
Παραδείγματα
“σίγουρο αυτοκίκητο / κόλπο / λιμάνι / καταφύγιο”
“είσαι σίγουρος ότι έτσι πρέπει να γίνει;”
“η επιτυχία του είναι σίγουρη”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.