HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σίγουρος | Babel Free

Adjective feminine CEFR A1 Common
/ˈsiɣuɾos/

Ορισμοί

  1. που προκαλεί το αίσθημα της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης, που απομακρύνει το αίσθημα της αβεβαιότητας και της ανησυχίας
  2. που νιώθει ασφάλεια ή / και βεβαιότητα για κάτι
  3. που θεωρείται αναμφισβήτητος, βέβαιος κι εξασφαλισμένος

Παραδείγματα

“σίγουρο αυτοκίκητο / κόλπο / λιμάνι / καταφύγιο”
“είσαι σίγουρος ότι έτσι πρέπει να γίνει;”
“η επιτυχία του είναι σίγουρη”

Επίπεδο CEFR

A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σίγουρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course