HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σίγουρος

Επίθετο θηλυκό CEFR A1 Common
ˈsiɣuɾos

Ορισμοί

  1. που προκαλεί το αίσθημα της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης, που απομακρύνει το αίσθημα της αβεβαιότητας και της ανησυχίας
  2. που νιώθει ασφάλεια ή / και βεβαιότητα για κάτι
  3. που θεωρείται αναμφισβήτητος, βέβαιος κι εξασφαλισμένος

Ισοδύναμα

Españolseguro
3 more languages
Deutschsicher
Italianocertosicuro
Românăsigur

Παραδείγματα

“σίγουρο αυτοκίκητο / κόλπο / λιμάνι / καταφύγιο”
“είσαι σίγουρος ότι έτσι πρέπει να γίνει;”
“η επιτυχία του είναι σίγουρη”

Επίπεδο CEFR

A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
See all A1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σίγουρος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free