Meaning of βεβαιότητα | Babel Free
/veveˈotita/Ορισμοί
- το να είναι κανείς βέβαιος για κάτι, να μην έχει αμφιβολίες
- κάτι που θεωρείται βέβαιο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“μετά βεβαιότητος”
with certainty
“μαθηματική βεβαιότητα”
mathematical certainty
“παρέχω τη βεβαιότητα”
to guarantee
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.