φωτιά
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φωτιάς
- η ταυτόχρονη παραγωγή θερμότητας και φωτός η οποία παρατηρείται κατά τη γρήγορη καύση εύφλεκτου υλικού που συνοδεύεται συνήθως από φλόγα
- η πυρκαγιά
-
η λάμψη broadly
- μέσο για το άναμμα φωτιάς
-
φλόγα figuratively
-
ένταση και ό,τι την προκαλεί figuratively
-
έντονος ερωτικός πόθος figuratively
Ισοδύναμα
54 more languages
Afrikaansvuur
العربيةنار
Azərbaycan diliatəş
Българскиогън
Catalàfoc
Češtinaoheň
Danskild
DeutschFeuer
Esperantofajro
Euskarasu
فارسیآتش
Gaeilgetine
Gàidhligteine
ગુજરાતીઅગ્નિ
עבריתאש
Magyartűz
Հայերենհուր
Bahasa IndonesiaAPI
Íslenskaeldur
ქართულიალი
Lietuviųugnis
Latviešuuguns
Македонскиоган
मराठीअग्नि
Bahasa Melayuapi
Nederlandsvuur
Românăfoc
Slovenčinaoheň
Slovenščinaogenj
Shqipzjarr
Kiswahilimoto
Тоҷикӣоташ
ไทยไฟ
Türkçeateş
Українськавого́нь
اردوآگ
Παραδείγματα
“Δεν έχω φωτιά.”
I don't have a light.
“ξέσπασε μεγάλη φωτιά στο δάσος”
“τα μάτια του πετούσαν φωτιές”
“δεν έχω φωτιά επάνω μου”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free