Meaning of φωτιά | Babel Free
/foˈtça/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φωτιάς
- η ταυτόχρονη παραγωγή θερμότητας και φωτός η οποία παρατηρείται κατά τη γρήγορη καύση εύφλεκτου υλικού που συνοδεύεται συνήθως από φλόγα
- η πυρκαγιά
-
η λάμψη broadly
- μέσο για το άναμμα φωτιάς
-
φλόγα figuratively
-
ένταση και ό,τι την προκαλεί figuratively
-
έντονος ερωτικός πόθος figuratively
Ισοδύναμα
English
fire
Παραδείγματα
“Δεν έχω φωτιά.”
I don't have a light.
“ξέσπασε μεγάλη φωτιά στο δάσος”
“τα μάτια του πετούσαν φωτιές”
“δεν έχω φωτιά επάνω μου”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.