HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

φωτιά

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Common
foˈtça

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φωτιάς
  3. η ταυτόχρονη παραγωγή θερμότητας και φωτός η οποία παρατηρείται κατά τη γρήγορη καύση εύφλεκτου υλικού που συνοδεύεται συνήθως από φλόγα
  4. η πυρκαγιά
  5. η λάμψη
    broadly
  6. μέσο για το άναμμα φωτιάς
  7. φλόγα
    figuratively
  8. ένταση και ό,τι την προκαλεί
    figuratively
  9. έντονος ερωτικός πόθος
    figuratively

Ισοδύναμα

EnglishfireflamelightSparkle
Españolfuego
Françaisfeuflambée
54 more languages
Afrikaansvuur
العربيةنار
Azərbaycan diliatəş
Българскиогън
বাংলাআগনআগুন
Catalàfoc
Češtinaoheň
Cymraegtantân
Danskild
DeutschFeuer
Esperantofajro
Euskarasu
فارسیآتش
Gaeilgetine
Gàidhligteine
ગુજરાતીઅગ્નિ
עבריתאש
हिन्दीआगआगे
Hrvatskioganjvatra
Magyartűz
Հայերենհուր
Bahasa IndonesiaAPI
Íslenskaeldur
ქართულიალი
한국어화재
Kurdîagirfîrefirenar
Lietuviųugnis
Latviešuuguns
Македонскиоган
मराठीअग्नि
Bahasa Melayuapi
Nederlandsvuur
Portuguêsfogolume
Românăfoc
Русскийогоньпламя
Slovenčinaoheň
Slovenščinaogenj
Shqipzjarr
Српскиватраогањ
Kiswahilimoto
Тоҷикӣоташ
ไทยไฟ
Tagalogapoysunog
Türkçeateş
Українськавого́нь
اردوآگ
中文火災
繁體中文火災

Παραδείγματα

Δεν έχω φωτιά.”

I don't have a light.

“ξέσπασε μεγάλη φωτιά στο δάσος”
“τα μάτια του πετούσαν φωτιές”
δεν έχω φωτιά επάνω μου

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φωτιά σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free