Σημασία του φωτιά | Babel Free
foˈtçaΟρισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φωτιάς
- η ταυτόχρονη παραγωγή θερμότητας και φωτός η οποία παρατηρείται κατά τη γρήγορη καύση εύφλεκτου υλικού που συνοδεύεται συνήθως από φλόγα
- η πυρκαγιά
-
η λάμψη broadly
- μέσο για το άναμμα φωτιάς
-
φλόγα figuratively
-
ένταση και ό,τι την προκαλεί figuratively
-
έντονος ερωτικός πόθος figuratively
Ισοδύναμα
العربية
نار
Azərbaycanca
atəş
Български
огън
Català
foc
Dansk
ild
Esperanto
fajro
Euskara
su
فارسی
آتش
Gaeilge
tine
Gàidhlig
teine
ગુજરાતી
અગ્નિ
עברית
אש
Հայերեն
հուր
Bahasa Indonesia
API
Íslenska
eldur
ქართული
ალი
Lietuvių
ugnis
Latviešu
uguns
Македонски
оган
मराठी
अग्नि
Bahasa Melayu
api
Română
foc
Slovenčina
oheň
Slovenščina
ogenj
Shqip
zjarr
Kiswahili
moto
Тоҷикӣ
оташ
ไทย
ไฟ
Türkçe
ateş
Українська
вого́нь
اردو
آگ
Παραδείγματα
“Δεν έχω φωτιά.”
I don't have a light.
“ξέσπασε μεγάλη φωτιά στο δάσος”
“τα μάτια του πετούσαν φωτιές”
“δεν έχω φωτιά επάνω μου”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free