HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τράπεζα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Frequent
ˈtɾa.pe.za

Ορισμοί

  1. όνομα αστερισμού του νότιου ημισφαιρίου. Σημειώθηκε για πρώτη φορά από τον Nicolas Louis de Lacaille το 1763 και ανήκει στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση
  2. τραπέζι, συνήθως για τελετουργική χρήση
  3. χωριό της Κύπρου στο κατεχόμενο από τους Τούρκους τμήμα της.
  4. το κτίριο της τραπεζαρίας σ' ένα μοναστήρι
  5. πιστωτικός οργανισμός που ασχολείται με χρηματοπιστωτικές εργασίες. Π.χ. δέχεται καταθέσεις ιδιωτών ή νομικών προσώπων, παραχωρεί δάνεια, διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια για λογαριασμό των πελατών του κ.λπ.
  6. το κτήριο που στεγάζει ένα υποκατάστημα μιας τράπεζας
    figuratively
  7. ένας τόπος όπου κατατίθενται προς φύλαξη υλικά ή άυλα αγαθά προκειμένου να είναι προσιτά σε μελλοντική ζήτηση
    general

Ισοδύναμα

50 more languages

Παραδείγματα

“συντομογραφία: Men”
“τράπεζα προσφορών, Αγία Τράπεζα”
“οι καταθέσεις του στην τράπεζα εξανεμίστηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου”
“ο Γιάννης πετάχτηκε στην τράπεζα για κάτι δουλειές”
“τράπεζα αίματος, τράπεζα σπέρματος, τράπεζα θεμάτων για εξετάσεις”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τράπεζα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free