Meaning of τράπεζα | Babel Free
/ˈtɾa.pe.za/Ορισμοί
- όνομα αστερισμού του νότιου ημισφαιρίου. Σημειώθηκε για πρώτη φορά από τον Nicolas Louis de Lacaille το 1763 και ανήκει στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση
- τραπέζι, συνήθως για τελετουργική χρήση
- χωριό της Κύπρου στο κατεχόμενο από τους Τούρκους τμήμα της.
- το κτίριο της τραπεζαρίας σ' ένα μοναστήρι
- πιστωτικός οργανισμός που ασχολείται με χρηματοπιστωτικές εργασίες. Π.χ. δέχεται καταθέσεις ιδιωτών ή νομικών προσώπων, παραχωρεί δάνεια, διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια για λογαριασμό των πελατών του κ.λπ.
-
το κτήριο που στεγάζει ένα υποκατάστημα μιας τράπεζας figuratively
-
ένας τόπος όπου κατατίθενται προς φύλαξη υλικά ή άυλα αγαθά προκειμένου να είναι προσιτά σε μελλοντική ζήτηση general
Παραδείγματα
“συντομογραφία: Men”
“τράπεζα προσφορών, Αγία Τράπεζα”
“οι καταθέσεις του στην τράπεζα εξανεμίστηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου”
“ο Γιάννης πετάχτηκε στην τράπεζα για κάτι δουλειές”
“τράπεζα αίματος, τράπεζα σπέρματος, τράπεζα θεμάτων για εξετάσεις”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.