Σημασία του φεύγω | Babel Free
ˈfe.vɣoΟρισμοί
- κινούμαι από έναν τόπο με σκοπό να πάω κάπου αλλού, αφήνω ένα μέρος, αναχωρώ ή αποχωρώ
- παραμερίζω, απομακρύνομαι (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)
- απαλλάσσω κάποιον από την παρουσία μου επειδή το θέλω εγώ (τον εγκαταλείπω) ή αυτός (επειδή με θεωρεί εμπόδιο)
- παύω να υπάρχω, εξαφανίζομαι
- διατίθεμαι, πωλούμαι
- ξεφεύγω, δραπετεύω
- μου φεύγει: χάνω τον έλεγχο ενός πράγματος, μου ξεφεύγει
-
πεθαίνω figuratively
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of φεύγω.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“πότε φεύγει;”
when does it leave?
“Το πλοίο φεύγει από τον Πειραιά.”
The boat leaves from Piraeus.
“το τρένο φεύγει στις 8”
“φεύγω από την Ελλάδα”
“φύγε από μπροστά μου, δε βλέπω”
“όπου φύγει-φύγει”
“έφυγα!!!! έγινα καπνός!”
“μη φεύγεις από το θέμα”
“αν φύγεις θα σκοτωθώ (αν με εγκαταλείψεις ερωτικά, αν χωρίσουμε)]”
“η Ελλάδα έφυγε από το ΝΑΤΟ εξαιτίας του Κυπριακού (βγήκε, έπαψε να συμμετέχει στο στρατιωτικό σκέλος της συμμαχίας)”
“μου ξεκαθάρισε ότι πρέπει να φύγω από τη μέση”
“να δω πώς θα φύγει τώρα ο λεκές”
“πώς φεύγουν έτσι τα λεφτά”
“με χαμηλές τιμές φεύγει εύκολα το εμπόρευμα”
“ο κατάδικος τους έφυγε μέσα από τα χέρια”
“δεν κατάλαβα πώς μου έφυγε το παιδί και βρέθηκε στο δρόμο”
“του έφυγαν τα τσίσα”
“του έφυγε το τιμόνι κι έπεσε στην κολώνα”
“είναι εμπιστευτικά όλα αυτά, μη σου φύγει κουβέντα”
“πάει ο κυρ-Κώστας, έφυγε”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free