HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φεύγω — definition

Conjugation of φεύγω

Regular CEFR A2
ˈfe.vɣo

απαλλάσσω κάποιον από την παρουσία μου επειδή το θέλω εγώ (τον εγκαταλείπω) ή αυτός (επειδή με θεωρεί εμπόδιο) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φεύγω
εσύ φεύγεις
αυτός / αυτή / αυτό φεύγει
εμείς φεύγουμε
εσείς φεύγετε
αυτοί / αυτές / αυτά φεύγουν
Παρατατικός
εγώ έφευγα
εσύ έφευγες
αυτός / αυτή / αυτό έφευγε
εμείς φεύγαμε
εσείς φεύγατε
αυτοί / αυτές / αυτά έφευγαν
Αόριστος
εγώ έφυγα
εσύ έφυγες
αυτός / αυτή / αυτό έφυγε
εμείς φύγαμε
εσείς φύγατε
αυτοί / αυτές / αυτά έφυγαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φύγω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φύγω
εσύ φύγεις
αυτός / αυτή / αυτό φύγει
εμείς φύγουμε
εσείς φύγετε
αυτοί / αυτές / αυτά φύγουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φεύγε
εσείς φεύγετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φύγε
εσείς φύγετε
Απαρέμφατο αορίστου
φύγει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary