Meaning of μάθημα | Babel Free
Ορισμοί
- γνωστικό αντικείμενο που διδάσκεται σε σχολείο ή πανεπιστήμιο
- ενότητα ενός τέτοιου γνωστικού αντικειμένου
- η διδασκαλία και παρακολούθηση ενός τέτοιου γνωστικού αντικειμένου
- εμπειρία που αποκτιέται από ένα, συνήθως οδυνηρό, περιστατικό της ζωής
Παραδείγματα
“πήρα άριστα στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών”
“στο πρώτο μάθημα των αρχαίων ελληνικών διδαχτήκαμε τους κανόνες τονισμού”
“πρέπει να φύγω, γιατί σε λίγο έχω μάθημα”
“με ξεγέλασαν, αλλά πήρα ένα καλό μάθημα και άλλη φορά θα είμαι προσεκτικότερος στην επιλογή των φίλων μου”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.