Meaning of επιλογή | Babel Free
/epiloˈʝi/Ορισμοί
- το να αποφασίζει κανείς ότι ένα πράγμα ή πρόσωπο είναι καλύτερο ή πιο κατάλληλο από άλλα για κάτι, το να διαλέγει κανείς κάτι ή κάποιον
- η ικανότητα ή δυνατότητα να διαλέξει κανείς κάτι ή κάποιον
- ένα από το σύνολο πραγμάτων ή προσώπων από το οποίο μπορεί κανείς να διαλέξει
- κάτι η κάποιος που διαλέχτηκε
- σύνολο επιλεγμένων στοιχείων
- μια απόφαση ενός προσώπου για κάτι
- προαιρετικός όρος σε εντολή που την εξειδικεύει
- , (στο σχεσιακό μοντέλο) μοναδιαίος τελεστής (πράξη) της σχεσιακής άλγεβρας, που λαμβάνει σαν τελεστέο μιά σχέση (πίνακα) και δημιουργεί μία νέα σχέση με τις πλειάδες (γραμμές) που ικανοποιούν μια συνθήκη
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“μια επιλογή εκθεμάτων του μουσείου”
“※ Μπορούμε να θεωρήσουμε την πράξη της επιλογής σαν ένα φίλτρο που κρατά μόνο τις πλειάδες εκείνες που ικανοποιούν την συνθήκη επιλογής.”
“※ μπορούμε να συνδυάσουμε πράξεις επιλογής και προβολής για να διατυπώσουμε πιο περίπλοκα ερωτήματα.”
“συμβολισμός: σ_(<συνθήκη επιλογής>)(R), όπου R, η σχέση”
“κατακόρυφη επιλογή ή προβολή, τελεστής μετονομασίας”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.