HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

έδαφος

Ουσιαστικό CEFR A2 Frequent
ˈe.ða.fos

Ορισμοί

  1. οποιοδήποτε τμήμα του εξωτερικού μέρους του στερεού φλοιού της Γης (ή άλλου ουράνιου σώματος)
  2. το μέρος οποιασδήποτε επιφάνειας που πατούμε
    figuratively
  3. η έκταση γης που ανήκει σε κράτος
  4. οι συνθήκες, η βάση για την εξέλιξη δραστηριότητας
    figuratively

Ισοδύναμα

33 more languages
Azərbaycan diliərazi
Беларускаямясцовасць
Българскиместностпочва
Catalàterreny
Danskterræn
Ελληνικάέκταση
Esperantotereno
Suomimaasto
Galegoterreo
Հայերենտեղանք
Bahasa Indonesiamedan
日本語地域地形
한국어지역지형
Latviešuapvidus
Македонскирелјефтерен
Nederlandsreliëfterrein
Polskiteren
Portuguêssoloterreno
Српскиterenzonaтерентло
Türkçearazi

Παραδείγματα

“κερδίζω έδαφος”

Ι gain ground

“χάνω έδαφος”

Ι lose ground

“Ξάπλωσε στο έδαφος.”

He lay down on the ground.

“Το έδαφος εδώ ήταν κάποτε γόνιμο.”

The soil was once fertile here.

“Βρεθήκαμε πάλι σε ελληνικό έδαφος.”

We were back on Greek soil.

“έγινε σεισμός και το έδαφος άνοιξε στα δύο”
“έπεσε στο έδαφος”
“χάνω το έδαφος κάτω απ' τα πόδια μου
“ελληνικό έδαφος - πάτρια εδάφη”
“υπάρχει γόνιμο έδαφος για συνεργασία και ανάπτυξη”
“η άποψη αυτή κερδίζει/χάνει έδαφος”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη έδαφος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free