HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του έδαφος | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR A2 Frequent
ˈe.ða.fos

Ορισμοί

  1. οποιοδήποτε τμήμα του εξωτερικού μέρους του στερεού φλοιού της Γης (ή άλλου ουράνιου σώματος)
  2. το μέρος οποιασδήποτε επιφάνειας που πατούμε
    figuratively
  3. η έκταση γης που ανήκει σε κράτος
  4. οι συνθήκες, η βάση για την εξέλιξη δραστηριότητας
    figuratively

Ισοδύναμα

Azərbaycanca ərazi
Беларуская мясцовасць
Bosanski teren zona терен
Català terreny
Čeština reliéf terén zem
Dansk terræn
Deutsch Boden Gelände Land Relief Terrain
Ελληνικά έκταση
Esperanto tereno
Español suelo suelo terreno
Suomi maasto
Français champ sol terrain territoire
Galego terreo
Hrvatski teren zona терен
Magyar talaj terep
Հայերեն տեղանք
Bahasa Indonesia medan
日本語 地域 地形
한국어 지역 지형
Kurdî arazî land
Latviešu apvidus
Македонски релјеф терен
Nederlands reliëf terrein
Polski teren
Português solo terreno
Română teren teritoriu
Српски teren zona терен тло
Svenska botten terräng
Türkçe arazi
Українська місцевість рельєф

Παραδείγματα

“κερδίζω έδαφος”

Ι gain ground

“χάνω έδαφος”

Ι lose ground

“Ξάπλωσε στο έδαφος.”

He lay down on the ground.

“Το έδαφος εδώ ήταν κάποτε γόνιμο.”

The soil was once fertile here.

“Βρεθήκαμε πάλι σε ελληνικό έδαφος.”

We were back on Greek soil.

“έγινε σεισμός και το έδαφος άνοιξε στα δύο”
“έπεσε στο έδαφος”
“χάνω το έδαφος κάτω απ' τα πόδια μου”
“ελληνικό έδαφος - πάτρια εδάφη”
“υπάρχει γόνιμο έδαφος για συνεργασία και ανάπτυξη”
“η άποψη αυτή κερδίζει/χάνει έδαφος”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη έδαφος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free