HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του βόλτα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Frequent
ˈvol.ta

Ορισμοί

  1. η περιφορά γύρω από ένα άξονα
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. σπειροειδής αυλάκωση, σπείρωμα σε βίδες και άλλα εξαρτήματα
  4. διάνυση μίας απόστασης με τα πόδια ή με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο, με ή χωρίς συγκεκριμένο προορισμό ή σκοπό, για αναψυχή

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“κάνω μια βόλτα / πάω βόλτα”

I go for a walk (or drive)

“※ σήμερα της έχουν φορέσει παπούτσια, τα οποία φαίνονται γυαλισμένα, ή αυτό το τρίποντο τακούνι, πόσες βόλτες να έχει κάνει μ' αυτό το υπόδημα, και κοιτάξτε, τώρα πια ούτε που θυμάται πως έφτασε εδώ (Núria Añó, Χαμηλά σύννεφα, μετάφραση: Παρασκευή Μουτσιούνα, εκδ. Babelcube Incorporated, 2021)”
“※ Οι παραθεριστές απολάμβαναν την θάλασσα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο με κάθε δυνατό τρόπο. Απ’ το πρωινό τους μπάνιο στα κρυστάλλινα γαληνεμένα νερά και την μεσημβρινή μάσα και βόλτα πλατσουρίζοντας στο κυμοθάλασσο, ως το απογευματινό κολύμπι στο ηλιοβασίλεμα και τον περίπατο στην ακρογιαλιά (Γιάννης Παπαθανασίου, Καλοκαίρι. Το χρονικό μιάς Απρόσμενης Αναμέτρησης, Α' μέρος, τ.272, Περιοδικό Ψάρεμα, ανακτήθηκε στις 25/1/2026 https://psarema.natexmedia.gr/psaria/psaria-n-w/sargos/kalokairi-to-xroniko-mias-aprosmenis-anametrisis)”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βόλτα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free