Meaning of βόλτα | Babel Free
/ˈvol.ta/Ορισμοί
- η περιφορά γύρω από ένα άξονα
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- σπειροειδής αυλάκωση, σπείρωμα σε βίδες και άλλα εξαρτήματα
- διάνυση μίας απόστασης με τα πόδια ή με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο, με ή χωρίς συγκεκριμένο προορισμό ή σκοπό, για αναψυχή
Παραδείγματα
“κάνω μια βόλτα / πάω βόλτα”
I go for a walk (or drive)
“※ σήμερα της έχουν φορέσει παπούτσια, τα οποία φαίνονται γυαλισμένα, ή αυτό το τρίποντο τακούνι, πόσες βόλτες να έχει κάνει μ' αυτό το υπόδημα, και κοιτάξτε, τώρα πια ούτε που θυμάται πως έφτασε εδώ (Núria Añó, Χαμηλά σύννεφα, μετάφραση: Παρασκευή Μουτσιούνα, εκδ. Babelcube Incorporated, 2021)”
“※ Οι παραθεριστές απολάμβαναν την θάλασσα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο με κάθε δυνατό τρόπο. Απ’ το πρωινό τους μπάνιο στα κρυστάλλινα γαληνεμένα νερά και την μεσημβρινή μάσα και βόλτα πλατσουρίζοντας στο κυμοθάλασσο, ως το απογευματινό κολύμπι στο ηλιοβασίλεμα και τον περίπατο στην ακρογιαλιά (Γιάννης Παπαθανασίου, Καλοκαίρι. Το χρονικό μιάς Απρόσμενης Αναμέτρησης, Α' μέρος, τ.272, Περιοδικό Ψάρεμα, ανακτήθηκε στις 25/1/2026 https://psarema.natexmedia.gr/psaria/psaria-n-w/sargos/kalokairi-to-xroniko-mias-aprosmenis-anametrisis)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.