Meaning of βολτάζ | Babel Free
Ορισμοί
η χρησιμοποιούμενη τάση του ρεύματος σε ηλεκτρικό κύκλωμα, που μετριέται σε βολτ (V)
Παραδείγματα
“※ Τα αυτοκίνητα αυτά θα διαθέτουν ένα σύστημα χαμηλού βολτάζ που θα προσφέρει στον καταναλωτή καλύτερη οικονομία καυσίμου από όση τα συστήματα των 200 Volt περίπου («Light» υβριδικά αυτοκίνητα με χαμηλό κόστος σχεδιάζει η Κίνα, TO BHMA, 11/3/2016 https://www.tovima.gr/2016/03/11/finance/light-ybridika-aytokinita-me-xamilo-kostos-sxediazei-i-kina/)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.