Meaning of λύση | Babel Free
/ˈli.si/Ορισμοί
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του λύνω
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο
- αποδέσμευση, απαλλαγή
- εύρεση του ζητούμενου σε πρόβλημα, αίνιγμα κτλ.
- κατάργηση, ακύρωση νομικού ή ηθικού δεσμού
- κανονισμός, διευθέτηση (ενός ζητήματος)
- έκβαση, τερματισμός της υπόθεσης ενός λογοτεχνήματος
Παραδείγματα
“η λύση του προβλήματος”
“η λύση του συμβολαίου”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.