Σημασία του σάρα | Babel Free
Ορισμοί
- οτιδήποτε θεωρείται άχρηστο και απορριπτέο
- σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη ήταν κόρη του Θάρα, σύζυγος του Αβραάμ, μητέρα του Ισαάκ και θεία του Λωτ
-
μειωτικός χαρακτηρισμός ομάδας ή πλήθους ανθρώπων που, συγκεντρωμένοι σ’ έναν τόπο, θορυβούν ή έχουν ετερόκλητη προέλευση (ενδεχομένως ανήκουν στον υπόκοσμο) ironic, offensive
- γυναικείο όνομα
- απότομη ανηφόρα ή πλαγιά με χαλίκια ή πέτρες, στην οποία δυσκολευόμαστε ν’ ανέβουμε, επειδή γλιστράμε
- αστεροειδής που ανακαλύφθηκε το 1904 από τον Αμερικανό αστρονόμο Ρέιμοντ Σμιθ Ντάγκαν και που του έδωσε το όνομα μιας φίλης του
-
μεγάλο πριόνι υλοτομίας idiomatic
Ισοδύναμα
العربية
سارة
বাংলা
সারা
Čeština
Sára
English
Sarah
Español
sara
Suomi
Saara
Galego
Sara
Hausa
Saratu
ʻŌlelo Hawaiʻi
kala
עברית
שרה
Magyar
Sára
Հայերեն
Սառա
日本語
さら
ქართული
სარა
한국어
사라
Kurdî
sara
Latina
Sara
Te Reo Māori
hara
Македонски
Сара
Bahasa Melayu
SARA
Norsk
Sara
Português
Sara
Slovenčina
Sára
Slovenščina
Sara
Svenska
Sara
Українська
Сара
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free