HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εποχή | Babel Free

Noun feminine CEFR A2 Frequent
/e.poˈçi/

Ορισμοί

  1. υποδιαίρεση του έτους (για τις εύκρατες περιοχές: άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας)
  2. υποδιαίρεση του ιστορικού χρόνου, μεγάλη ή μικρότερη ιστορική περίοδος
  3. μία χρονική περίοδος με κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
  4. η φιλοσοφική στάση των σκεπτικών κατά την οποία ο φιλόσοφος παύει να εκφέρει κρίσεις περί την αλήθεια ή το ψεύδος των προτάσεων.

Ισοδύναμα

English age epoch

Παραδείγματα

“Εποχή του Λίθου”

Stone Age

“νεολιθική εποχή, κλασική εποχή, η εποχή του Περικλή”
“Αυτό το κειμήλιο είναι της εποχής του παππού μου.”
“Θυμάμαι με νοσταλγία τις παλιές εποχές.”
“Πέρασε πια η εποχή που ο κάθε κρατικός υπάλληλος μπορούσε να αυθαιρετεί.”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εποχή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course