Meaning of εποχή | Babel Free
/e.poˈçi/Ορισμοί
- υποδιαίρεση του έτους (για τις εύκρατες περιοχές: άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας)
- υποδιαίρεση του ιστορικού χρόνου, μεγάλη ή μικρότερη ιστορική περίοδος
- μία χρονική περίοδος με κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
- η φιλοσοφική στάση των σκεπτικών κατά την οποία ο φιλόσοφος παύει να εκφέρει κρίσεις περί την αλήθεια ή το ψεύδος των προτάσεων.
Παραδείγματα
“Εποχή του Λίθου”
Stone Age
“νεολιθική εποχή, κλασική εποχή, η εποχή του Περικλή”
“Αυτό το κειμήλιο είναι της εποχής του παππού μου.”
“Θυμάμαι με νοσταλγία τις παλιές εποχές.”
“Πέρασε πια η εποχή που ο κάθε κρατικός υπάλληλος μπορούσε να αυθαιρετεί.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.