Meaning of εκκλησία | Babel Free
/e.kliˈsi.a/Ορισμοί
- συνέλευση
-
άλλη μορφή του εκκλησία vulgar
- το σύνολο των Χριστιανών μιας περιοχής
- το σύνολο των Χριστιανών που ακολουθούν ένα δόγμα
- η εκκλησιαστική ιεραρχία
- ο ναός
Ισοδύναμα
English
church
Παραδείγματα
“Ορθόδοξη Εκκλησία”
the Orthodox Church
“η επιστολή του Παύλου προς την Εκκλησία της Κορίνθου”
“η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία”
“η Ορθόδοξη Εκκλησία”
“※ Εκκλησία χωρίς γυναίκες είναι σαν το κολέγιο των Αποστόλων χωρίς τη Θεοτόκο. O ρόλος των γυναικών στην Εκκλησία δεν είναι απλός όσο αυτός της μητρότητας, αλλά πολύ ευρύτερος: είναι ακριβώς το να είναι εικόνα της Θεοτόκου που βοηθά την Εκκλησία να προοδεύει (Eleni Kasselouri-Hatzivassiliadi, Niki Papageorgiou, Petros Vassiliadis, Deaconesses, the Ordination of Women and Orthodox Theology, κεφ. Οι παρεμβάσεις του Πάπα Φραγκίσκου Α΄, 2018, σελ. 475)”
“αντιδράσεις της Εκκλησίας για το νέο νομοσχέδιο”
“※ Άρχισε ο παπα-Γρηγόρης να διαβάζει το Ευαγγέλιο από τον άμβωνα, με τη βαριά φωνή του που έκανε τα τζαμάκια της εκκλησίας να τριζοβολάνε (Άλκη Ζέη, Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου, 1971)”
“άλλες μορφές: εκκλησιά”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.