Meaning of εκκλησιάρης | Babel Free
Ορισμοί
άλλη μορφή του εκκλησάρης
vulgar
Παραδείγματα
“※ Κι ο εκκλησιάρης, ένα γεροντάκι κοντοστούπικο μ’ ένα πανωφόρι που τόσερνε στις πλάκες, πράσινο απ’ την παλιοσύνη κι όλο κεριά σαν τον ουρανό με τάστρα (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, μέρος Θ΄: Οι ασβεστωμένοι Άγιοι)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.