κλειδί
Ορισμοί
- μικρό μεταλλικό αντικείμενο που ανοίγει ή κλείνει μια κλειδαριά σε πόρτα, συρτάρι, κλπ.
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- κρίσιμο στοιχείο, πχ. για τη λύση ενός προβλήματος ή την κατανόηση μιας κατάστασης
- εργαλείο για βίδωμα ή ξεβίδωμα βιδών ή εξαρτημάτων μηχανισμών
- σημείο που γράφεται στην αρχή του πενταγράμμου και δείχνει τη γραμμή όπου γράφεται η ομώνυμη νότα
- εξαρτήματα έγχορδου μουσικού οργάνου που χρησιμοποιούνται για το χόρδισμά του
- : προσθαφαιρετό τμήμα αλυσίδας, ιδιαίτερα της καδένας της άγκυρας
- ο χειροκίνητος ή ηλεκτρικός μοχλός αλλαγής κατεύθυνσης σιδηροδρομικής γραμμής
- παράμετρος ενός αλγορίθμου για την κρυπτογράφηση ή αποκρυπτογράφηση
- τιμή (πχ. κωδικός αριθμός) μοναδική για τον εντοπισμό συγκεκριμένης οντότητας (πχ. εγγραφής, τιμής) μέσα σε μια δομή δεδομένων (πχ. αρχείο)
- το υποψήφιο κλειδί
Ισοδύναμα
47 more languages
Afrikaanssleutel
Azərbaycan diliaçar
Българскиключ
Bosanskikleo
Cymraegcleff
Dansknøgle
Euskaragiltza
Gaeilgeeochair
Galegoclave
עבריתאבן הראשה
Hrvatskikleo
Magyarkulcs
Bahasa Indonesiakunci
Íslenskalykill
ქართულიგასაღები
Қазақ тілікілт
Latinaclavis
LëtzebuergeschSchlëssel
Lietuviųraktas
Latviešuatslēga
Македонскиклуч
Maltiċavi
Shqipçelës
Српскиkleo
Svenskaklav
ไทยประเด็น
Türkçeanahtar
O'zbekchakalit
Tiếng Việtrường cột
Παραδείγματα
“το κλειδί του σολ σημειώνεται στη δεύτερη γραμμή”
“Δεν μπορεί η τιμή ενός γνωρίσματος που είναι κλειδί ή μέρος ενός κλειδιού (για σύνθετα κλειδιά) να έχει την τιμή NULL”
“Δείτε επίσης στις βάσεις δεδομένων τους όρους : εξωτερικό κλειδί ή ξένο κλειδί, πρωτεύον κλειδί ή κύριο κλειδί, σύνθετο κλειδί, υπερκλειδί”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free