Meaning of κλειδί | Babel Free
/kliˈði/Ορισμοί
- μικρό μεταλλικό αντικείμενο που ανοίγει ή κλείνει μια κλειδαριά σε πόρτα, συρτάρι, κλπ.
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- κρίσιμο στοιχείο, πχ. για τη λύση ενός προβλήματος ή την κατανόηση μιας κατάστασης
- εργαλείο για βίδωμα ή ξεβίδωμα βιδών ή εξαρτημάτων μηχανισμών
- σημείο που γράφεται στην αρχή του πενταγράμμου και δείχνει τη γραμμή όπου γράφεται η ομώνυμη νότα
- εξαρτήματα έγχορδου μουσικού οργάνου που χρησιμοποιούνται για το χόρδισμά του
- : προσθαφαιρετό τμήμα αλυσίδας, ιδιαίτερα της καδένας της άγκυρας
- ο χειροκίνητος ή ηλεκτρικός μοχλός αλλαγής κατεύθυνσης σιδηροδρομικής γραμμής
- παράμετρος ενός αλγορίθμου για την κρυπτογράφηση ή αποκρυπτογράφηση
- τιμή (πχ. κωδικός αριθμός) μοναδική για τον εντοπισμό συγκεκριμένης οντότητας (πχ. εγγραφής, τιμής) μέσα σε μια δομή δεδομένων (πχ. αρχείο)
- το υποψήφιο κλειδί
Παραδείγματα
“το κλειδί του σολ σημειώνεται στη δεύτερη γραμμή”
“Δεν μπορεί η τιμή ενός γνωρίσματος που είναι κλειδί ή μέρος ενός κλειδιού (για σύνθετα κλειδιά) να έχει την τιμή NULL”
“Δείτε επίσης στις βάσεις δεδομένων τους όρους : εξωτερικό κλειδί ή ξένο κλειδί, πρωτεύον κλειδί ή κύριο κλειδί, σύνθετο κλειδί, υπερκλειδί”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.