πλάκα
Ορισμοί
- ονομασία περιοχών της Ελλάδας
- συνοικία της Αθήνας
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Πλάκας
- αστείο, πείραγμα, φάρσα
- γυναικείο επώνυμο
- μεγάλη επίπεδη επιφάνεια με ομοιόμορφο πάχος από πέτρα, μέταλλο, ξύλο και παρόμοια σκληρά υλικά
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πλακάς accusative, genitive, singular, vocative
-
αστεία κατάσταση broadly
- κομμάτι σταθερών διαστάσεων ενός προϊόντος
- οροφή, ή δάπεδο ορόφου, από σκυρόδεμα
- μεγάλης έκτασης συμπαγές τμήμα της λιθόσφαιρας του γήινου φλοιού
-
οτιδήποτε έχει σχήμα πλάκας· πλακοειδής, πλακώδης figuratively
- μικρή περιοχή που διαφέρει από το υπόλοιπο μιας επιφάνειας
- η ταφόπλακα
-
δίσκος μουσικής (γραμμοφώνου) dated
- όροφος πολυκατοικίας
- ακτινογραφία
-
ποσότητα συσκευασμένου χασισιού slang
-
ατομικός πίνακας που χρησιμοιόταν από τους μαθητές αντί τετραδίου dated
-
γυναίκα χωρίς καμπύλες, ιδίως χωρίς καθόλου στήθος vulgar
-
ξεφούσκωτος vulgar
Ισοδύναμα
41 more languages
Българскиплака
Dansktandsten
DeutschBodenflieseBodenplatteDachplatteFlieseGehwegplatteKontinentalplattePflastersteinPlakettePlaquePlatteSteinplattetektonische PlatteZahnbelagZahnstein
فارسیپلاک
Suomihammaskivikäytävälaattakivikivilaattalaattalaiskalevyliuskekivimannerlaattamuistolaattaplakettiplakki
Gaeilgeleac
Gàidhligleac
Հայերենսալաքար
Bahasa Indonesialempeng tektonik
ქართულიტექტონიკური ფილა
한국어치석
Polskigrudkakamień nazębnyosad nazębnypłytapłyta litosferypłyta tektonicznapłytkapłytka bakteryjnapłytka nazębnatablica
Русскийбляхабляшказубно́й ка́меньзубно́й налётлитосфе́рная плита́мемориа́льная доска́плита́табличкатектони́ческая плита́
தமிழ்காரை
ไทยคราบหินปูน
Українськаплита
中文板塊
繁體中文板塊
Παραδείγματα
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“πλάκα σαπουνιού, πλάκα βούτυρου, πλάκα σοκολάτας”
“ευρασιατική πλάκα, αφρικανική πλάκα”
“τεκτονική των πλακών”
“< υπώνυμα: λιθοσφαιρική πλάκα, τεκτονική πλάκα”
“Είναι πολύ γυμνασμένος· πλάκα η κοιλιά του.”
“ερυθηματώδης πλάκα, ινώδης πλάκα”
“※ Πάνω στην πλάκα του έγραψαν τ’ όνομά του και την ημερομηνία θανάτου του.”
“※ Τέτοιες μέρες το γραμμόφωνο ή δεν έπαιζε καθόλου ή έπαιζε συνεχώς την ίδια πλάκα.”
“※ Μου έβγαλαν πλάκες στα γόνατα, στη λεκάνη, στο στήθος, στο κρανίο.”
“※ Αν θέλεις να κάνεις κάνα τσιγαράκι, πήγαινε στον τάδε, γιατί έχει ολόκληρη πλάκα.”
“※ Έχει όμορφο προσωπάκι, αλλά κατά τ’ άλλα είναι πλάκα.”
“※ Σταμάτησα ν’ αλλάξω τη δεξιά μπροστινή ρόδα του αυτοκινήτου μου, γιατί ήταν πλάκα.”
“Πλάκα ήταν, μην τα παίρνεις όλα τοις μετρητοίς.”
“Πέρα από την πλάκα..., χωρίς πλάκα... (σοβαρά μιλώντας)”
“※ Έγινε πλάκα, μόλις έπεσε ο άλλος με το καινούριο του κουστούμι μέσα στις λάσπες.”
“※ Με «νεκρή πόλη» εξακολουθεί να μοιάζει η Πλάκα, καθώς, παρά το άνοιγμα των εμπορικών καταστημάτων πριν ακριβώς από ένα μήνα και της επαναλειτουργίας των καταστημάτων εστίασης από τις 25 Μαΐου, πολλές επιχειρήσεις παραμένουν κλειστές, ενώ οι περισσότερες από όσες λειτουργούν βλέπουν τον τζίρο τους να είναι μειωμένος πάνω από 75%. (Δήμητρα Μανιφάβα, «Νεκρή» η Πλάκα χωρίς τουρίστες, SOS εκπέμπουν τα καταστήματα, εφημ. Καθημερινή, 12 Ιουνίου 2020)”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free