HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του πλάκα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Common
ˈpla.ka

Ορισμοί

  1. ονομασία περιοχών της Ελλάδας
  2. συνοικία της Αθήνας
  3. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Πλάκας
  4. αστείο, πείραγμα, φάρσα
  5. γυναικείο επώνυμο
  6. μεγάλη επίπεδη επιφάνεια με ομοιόμορφο πάχος από πέτρα, μέταλλο, ξύλο και παρόμοια σκληρά υλικά
  7. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πλακάς
    accusative, genitive, singular, vocative
  8. αστεία κατάσταση
    broadly
  9. κομμάτι σταθερών διαστάσεων ενός προϊόντος
  10. οροφή, ή δάπεδο ορόφου, από σκυρόδεμα
  11. μεγάλης έκτασης συμπαγές τμήμα της λιθόσφαιρας του γήινου φλοιού
  12. οτιδήποτε έχει σχήμα πλάκας· πλακοειδής, πλακώδης
    figuratively
  13. μικρή περιοχή που διαφέρει από το υπόλοιπο μιας επιφάνειας
  14. η ταφόπλακα
  15. δίσκος μουσικής (γραμμοφώνου)
    dated
  16. όροφος πολυκατοικίας
  17. ακτινογραφία
  18. ποσότητα συσκευασμένου χασισιού
    slang
  19. ατομικός πίνακας που χρησιμοιόταν από τους μαθητές αντί τετραδίου
    dated
  20. γυναίκα χωρίς καμπύλες, ιδίως χωρίς καθόλου στήθος
    vulgar
  21. ξεφούσκωτος
    vulgar

Ισοδύναμα

Български плака
Català carrall llosa niell placa tectònica
Cymraeg fflag llorlech
Dansk tandsten
فارسی پلاک
Gaeilge leac
Gàidhlig leac
Հայերեն սալաքար
Bahasa Indonesia lempeng tektonik
Íslenska landfleki tannsteinn
한국어 치석
Kurdî bar kîvî kîvî plak
Latina lausa tabella
Latviešu plāksne zobakmens
Português laje lousa placa placa tectônica tártaro
Română piatră tartru
Slovenčina kryha vtip
Српски bar bar kivi plaća plaća slab tablica плоча
தமிழ் காரை
Українська плита
中文 板塊
ZH-TW 板塊

Παραδείγματα

“→ χρειάζεται παράθεμα”
“πλάκα σαπουνιού, πλάκα βούτυρου, πλάκα σοκολάτας”
“ευρασιατική πλάκα, αφρικανική πλάκα”
“τεκτονική των πλακών”
“< υπώνυμα: λιθοσφαιρική πλάκα, τεκτονική πλάκα”
“Είναι πολύ γυμνασμένος· πλάκα η κοιλιά του.”
“ερυθηματώδης πλάκα, ινώδης πλάκα”
“※ Πάνω στην πλάκα του έγραψαν τ’ όνομά του και την ημερομηνία θανάτου του.”
“※ Τέτοιες μέρες το γραμμόφωνο ή δεν έπαιζε καθόλου ή έπαιζε συνεχώς την ίδια πλάκα.”
“※ Μου έβγαλαν πλάκες στα γόνατα, στη λεκάνη, στο στήθος, στο κρανίο.”
“※ Αν θέλεις να κάνεις κάνα τσιγαράκι, πήγαινε στον τάδε, γιατί έχει ολόκληρη πλάκα.”
“※ Έχει όμορφο προσωπάκι, αλλά κατά τ’ άλλα είναι πλάκα.”
“※ Σταμάτησα ν’ αλλάξω τη δεξιά μπροστινή ρόδα του αυτοκινήτου μου, γιατί ήταν πλάκα.”
“Πλάκα ήταν, μην τα παίρνεις όλα τοις μετρητοίς.”
“Πέρα από την πλάκα..., χωρίς πλάκα... (σοβαρά μιλώντας)”
“※ Έγινε πλάκα, μόλις έπεσε ο άλλος με το καινούριο του κουστούμι μέσα στις λάσπες.”
“※ Με «νεκρή πόλη» εξακολουθεί να μοιάζει η Πλάκα, καθώς, παρά το άνοιγμα των εμπορικών καταστημάτων πριν ακριβώς από ένα μήνα και της επαναλειτουργίας των καταστημάτων εστίασης από τις 25 Μαΐου, πολλές επιχειρήσεις παραμένουν κλειστές, ενώ οι περισσότερες από όσες λειτουργούν βλέπουν τον τζίρο τους να είναι μειωμένος πάνω από 75%. (Δήμητρα Μανιφάβα, «Νεκρή» η Πλάκα χωρίς τουρίστες, SOS εκπέμπουν τα καταστήματα, εφημ. Καθημερινή, 12 Ιουνίου 2020)”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πλάκα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free