Meaning of τάξη | Babel Free
/ˈta.ksi/Ορισμοί
- η κατάσταση κατά την οποία κάθε τι είναι τακτοποιημένο στη θέση του
- γυναικείο επώνυμο
- η κατάσταση που προκύπτει από την τήρηση των κανόνων και των νόμων
- υποδιαίρεση ενός συνόλου
- αξιολογική κατηγορία
- το σύνολο των μαθητών ενός σχολείου που παρακολουθούν τα ίδια μαθήματα
- η σχολική αίθουσα
- υποδιαίρεση του κοινωνικού σώματος με κριτήριο την κοινωνική θέση, το επάγγελμα, το εισόδημα ή τη σχέση προς τα μέσα παραγωγής
- υποδιαίρεση ταξινομικής βαθμίδας ανώτερη από την οικογένεια και χαμηλότερη από την ομοταξία
- το πλήθος των παραμέτρων μιάς συνάρτησης (ή κατηγορήματος) ή το πλήθος των τελεστέων μιάς πράξης
Παραδείγματα
“υπουργείο δημοσίας τάξεως”
“«ησυχία, τάξη και ασφάλεια»”
“Αυτό το κρασί είναι πρώτης τάξεως.”
“Η Α΄ τάξη έχει αυτήν την ώρα Γυμναστική.”
“κοινωνικές τάξεις, επαγγελματικές τάξεις, παραγωγικές τάξεις”
“Οι ομοταξίες διαιρούνται σε τάξεις και οι τάξεις σε οικογένειες.”
“διαγλωσστικός λατινικός όρος: ordo”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.