Σημασία του τάξη | Babel Free
ˈta.ksiΟρισμοί
- η κατάσταση κατά την οποία κάθε τι είναι τακτοποιημένο στη θέση του
- γυναικείο επώνυμο
- η κατάσταση που προκύπτει από την τήρηση των κανόνων και των νόμων
- υποδιαίρεση ενός συνόλου
- αξιολογική κατηγορία
- το σύνολο των μαθητών ενός σχολείου που παρακολουθούν τα ίδια μαθήματα
- η σχολική αίθουσα
- υποδιαίρεση του κοινωνικού σώματος με κριτήριο την κοινωνική θέση, το επάγγελμα, το εισόδημα ή τη σχέση προς τα μέσα παραγωγής
- υποδιαίρεση ταξινομικής βαθμίδας ανώτερη από την οικογένεια και χαμηλότερη από την ομοταξία
- το πλήθος των παραμέτρων μιάς συνάρτησης (ή κατηγορήματος) ή το πλήθος των τελεστέων μιάς πράξης
Ισοδύναμα
Ελληνικά
βαθμός
Español
aridad
Suomi
paikkaluku
Gaeilge
nárthacht
Italiano
arietà
Latina
ordo
Polski
argumentowość
Português
aridade
Παραδείγματα
“υπουργείο δημοσίας τάξεως”
“«ησυχία, τάξη και ασφάλεια»”
“Αυτό το κρασί είναι πρώτης τάξεως.”
“Η Α΄ τάξη έχει αυτήν την ώρα Γυμναστική.”
“κοινωνικές τάξεις, επαγγελματικές τάξεις, παραγωγικές τάξεις”
“Οι ομοταξίες διαιρούνται σε τάξεις και οι τάξεις σε οικογένειες.”
“διαγλωσστικός λατινικός όρος: ordo”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free