HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τάξη | Babel Free

Noun feminine CEFR A2 Frequent
/ˈta.ksi/

Ορισμοί

  1. η κατάσταση κατά την οποία κάθε τι είναι τακτοποιημένο στη θέση του
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. η κατάσταση που προκύπτει από την τήρηση των κανόνων και των νόμων
  4. υποδιαίρεση ενός συνόλου
  5. αξιολογική κατηγορία
  6. το σύνολο των μαθητών ενός σχολείου που παρακολουθούν τα ίδια μαθήματα
  7. η σχολική αίθουσα
  8. υποδιαίρεση του κοινωνικού σώματος με κριτήριο την κοινωνική θέση, το επάγγελμα, το εισόδημα ή τη σχέση προς τα μέσα παραγωγής
  9. υποδιαίρεση ταξινομικής βαθμίδας ανώτερη από την οικογένεια και χαμηλότερη από την ομοταξία
  10. το πλήθος των παραμέτρων μιάς συνάρτησης (ή κατηγορήματος) ή το πλήθος των τελεστέων μιάς πράξης

Ισοδύναμα

English adicity arity class

Παραδείγματα

“υπουργείο δημοσίας τάξεως”
“«ησυχία, τάξη και ασφάλεια»”
“Αυτό το κρασί είναι πρώτης τάξεως.”
“Η Α΄ τάξη έχει αυτήν την ώρα Γυμναστική.”
“κοινωνικές τάξεις, επαγγελματικές τάξεις, παραγωγικές τάξεις”
“Οι ομοταξίες διαιρούνται σε τάξεις και οι τάξεις σε οικογένειες.”
“διαγλωσστικός λατινικός όρος: ordo”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τάξη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course