Meaning of ίδιος | Babel Free
/ˈiðʝos/Ορισμοί
- όμοιος με κάτι/κάποιον άλλο
-
που χαρακτηρίζει με ιδιαίτερο τρόπο ένα άτομο, ανήκει σε αυτό ή προέρχεται από αυτό, δικός, προσωπικός formal
- που δεν έχει αλλάξει καθόλου, αμετάβλητος
- όμοιος (σε εκφράσεις)
Παραδείγματα
“Την είδα με τα ίδια μου τα μάτια.”
I saw her with my own eyes.
“εγώ ο ίδιος”
I myself
“ο ίδιος ο πρόεδρος”
the president himself
“Έχουν ίδιο μέγεθος.”
They are the same size.
“Έχουν τα ίδια χρώματα.”
They are the same colours.
“οι δύο φίλες αποφάσισαν να φορέσουν για το αποκριάτικο πάρτι ίδιες στολές”
“οι δύο πολιτικοί έχουν τις ίδιες ιδέες για το ζήτημα”
“μετά από τοσα χρόνια τον αναγνώρισα αμέσως· έχει μείνει ίδιος κι απαράλλακτος”
“οι δυο αδερφές είναι ίδιες, ολόιδιες!”
“ιδία δαπάνη (με προσωπική δαπάνη)”
“του ιδίου φυράματος”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.