HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τουαλέτα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Frequent
tu.aˈle.ta

Ορισμοί

  1. ονομασία για επίσημο, πολυτελές γυναικείο φόρεμα
  2. έπιπλο που βρίσκεται κυρίως στην κρεβατοκάμαρα και έχει ενσωματωμένο καθρέφτη
  3. εκλεπτυσμένη ονομασία του δωματίου του αποχωρητηρίου
  4. η λεκάνη της τουαλέτας (του καμπινέ)
  5. η διαδικασία της σωματικής υγιεινής

Ισοδύναμα

30 more languages

Παραδείγματα

“See synonyms at αποχωρητήριο n (apochoritírio)”
“※ Η ξαφνική εμφάνιση της Σπυριδούλας μέσα στο πατρικό σαλόνι εκείνη την ώρα με αναστάτωσε. Ντυμένη με μια μακριά μαύρη τουαλέτα, ήτανε καθισμένη σταυροπόδι στον καναπέ των γονιών μου. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)”
“※ Όταν βρεθούμε στην τουαλέτα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στους μυς της ουροδόχου κύστης να συσπαστούν, εξωθώντας τα ούρα από την ουροδόχο κύστη προς την ουρήθρα. Ταυτόχρονα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στον σφιγκτήρα της ουρήθρας να χαλαρώσει και έτσι γίνεται η ούρηση με απόλυτη συνεργασία. (Γνωριμία με το ουροποιητικό σύστημα, Ινστιτούτο Μελέτης Ουρολογικών Παθήσεων (ΙΜΟΠ), ανακτήθηκε στις 15/11/2025 https://www.imop.gr/uroinfo-urinary-tract)”
“ανδρικές, γυναικείες, δημόσιες τουαλέτες”
“θέλει δυο ώρες κάθε πρωί για την τουαλέτα της

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τουαλέτα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free