Meaning of απόπατος | Babel Free
/aˈpo.pa.tos/Ορισμοί
- χώρος που προορίζεται για την αφόδευση και την ούρηση
-
χώρος βρωμερός και σιχαμερός, ή γενικότερα κάτι το αποκρουστικό figuratively
Ισοδύναμα
English
Outhouse
Παραδείγματα
“※ Ἀθήνα... ξέρεις τί θὰ πῇ, πουλάκι μου, Ἀθήνα; / ἀπόπατος ἀπέραντος ἐν μέσῳ ἀποπάτων. (Γεώργιος Σουρής, «Ἀθήνα», 1883)”
“※ Τα διαφανή πλαστικά κουτιά μεταβλήθηκαν σε απόπατο του θυμού μας. (Π. Σιάνης, «Κάλπες, καταφύγιο ή απόπατος;», εφημερίδα Το Ποντίκι (Αθήνα), 7 Μαΐου 2012)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.