HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of απόπατος | Babel Free

Noun masculine CEFR B2
/aˈpo.pa.tos/

Ορισμοί

  1. χώρος που προορίζεται για την αφόδευση και την ούρηση
  2. χώρος βρωμερός και σιχαμερός, ή γενικότερα κάτι το αποκρουστικό
    figuratively

Ισοδύναμα

English Outhouse

Παραδείγματα

“※ Ἀθήνα... ξέρεις τί θὰ πῇ, πουλάκι μου, Ἀθήνα; / ἀπόπατος ἀπέραντος ἐν μέσῳ ἀποπάτων. (Γεώργιος Σουρής, «Ἀθήνα», 1883)”
“※ Τα διαφανή πλαστικά κουτιά μεταβλήθηκαν σε απόπατο του θυμού μας. (Π. Σιάνης, «Κάλπες, καταφύγιο ή απόπατος;», εφημερίδα Το Ποντίκι (Αθήνα), 7 Μαΐου 2012)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See απόπατος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course