απόπειρες
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απόπειρα
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Έκανε πολλές απόπειρες να τον πείσει, χωρίς επιτυχία.”
He made many attempts to convince him, without success.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free