λεκάνη
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- ανοιχτό φαρδύ δοχείο με επίπεδη βάση από πλαστικό, μέταλλο ή ξύλο που χρησιμοποιείται για το άπλωμα των ρούχων, μεταφορά νερού, ζύμωμα και άλλες δουλειές του νοικοκυριού
- κεραμικό δοχείο προσαρμοσμένο στο έδαφος, για την ούρηση και την αφόδευση
- μεγάλο σύνθετο οστό που αποτελείται από το ιερόν οστούν, τον κόκκυγα, τα δύο λαγόνια και τα δύο ισχιακά οστά· η διάταξη αυτή σχηματίζει μια μεγάλη κοιλότητα στη βάση του κορμού που κλείνει μπροστά στην ηβική σύμφυση και ενώνεται προς τα πάνω με τη σπονδυλική στήλη και προς τα κάτω με τους μηρούς
- μεγάλη υπέργεια ή υποθαλάσσια έκταση που περιβάλλεται από υψώματα
Ισοδύναμα
44 more languages
Azərbaycan diliçanaq
Българскитаз
Danskbækken
DeutschAbortAbtrittBassinBeckenDammEinzugsgebietKesselKloKlomuschelKloschüsselMuldeNiederschlagsgebietTalkesselTiefebeneToiletteToilettenschüsselWassereinzugsgebiet
فارسیلگن
Gaeilgepeilbheas
हिन्दीटट्टी
Հայերենկոնք
Bahasa Indonesiatandas
ភាសាខ្មែរបង្គន់
Lietuviųdubuo
Македонскикарлица
Polskibasenbasenowydorzeczeklozetklozetowymiednicamisamiskamuszlamuszla klozetowasedessepsatoaletatoaletowyubikacjaustępWCzlewiskozlewnia
Românăbazin
Slovenščinamedenica
Shqiplegen
Tagalogbalakang
Українськатуалетний
中文廁所
繁體中文廁所
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free