Meaning of τμήμα | Babel Free
/ˈtmi.ma/Ορισμοί
- μέρος ή υποδιαίρεση ενός συνόλου
-
υποδιαίρεση familiar
-
υπηρεσίας, διοικητικής μονάδας familiar
-
συνώνυμο του αστυνομικό τμήμα familiar
- εκλογικό τμήμα
- ή εκπαιδευτικής μονάδας
Παραδείγματα
“ρίζες ονομάζουμε το τμήμα του φυτού που βρίσκεται μέσα στο έδαφος.”
roots are the part of the plant that is in the soil.
“η νομοθεσία ορίζεται στο τμήμα I.”
the legislation is set out in section I.
“Ρίζες ονομάζουμε το τμήμα του φυτού που βρίσκεται μέσα στο έδαφος.”
“Τον πήγανε στο τμήμα.”
“Πόσα τμήματα έχει η Φιλοσοφική Σχολή στα ελληνικά πανεπιστήμια;”
“Τάξεις με πολλούς μαθητές, χωρίζονται σε μικρότερα τμήματα.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.