Meaning of παππού | Babel Free
/ˈpa.pu/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Παππούς
- γενική ενικού του Παππούς
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του παππούς
- γενική ενικού του πάππος
- γυναικείο επώνυμο
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.