HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αδελφή

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR A2 Common
a.ðelˈfi

Ορισμοί

  1. αυτή που έχει γεννηθεί από τον ίδιο γονέα με κάποιον άλλον
  2. η μοναχή
  3. η νοσοκόμα, η νοσηλεύτρια
  4. άντρας ομοφυλόφιλος
    offensive

Ισοδύναμα

33 more languages
Afrikaanssuster
العربيةأخت
Българскисестра́
Catalàgermana
Dansksøster
Esperantofratino
Gàidhligpiuthar
עבריתאחות
Հայերենքույր
Íslenskasystir
Italianosorellasuora
ქართულიდა
Kurdîsister
Latinasoror
Nederlandszuszuster
Polskisiostra
Portuguêsirmã
Românăsora
Ikinyarwandashiki
Slovenčinasestra
Svenskasyster
Kiswahilidada
Українськасестрасестрин
Tiếng Việt

Παραδείγματα

“Η αδελφή μου σπουδάζει νομική.”

My sister is studying law.

“Πάω να φωνάξω την αδελφή να σου αλλάξει την πάπια.”

I'm going to get the sister to change your bedpan.

“Η Αδελφή Ιωάννα είναι καλόγρια εδώ και επτά χρόνια.”

Sister Ioanna has been a nun for seven years now.

“Το γκέι μπαρ είναι γεμάτο αδελφές.”

The gay bar is full of queers.

“※ Η αδελφή είπε ότι θα μου έβγαζαν πλάκες. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ο γύψος. Συλλογή διηγημάτων Δεκαοχτώ κείμενα. Αθήνα: Κέδρος, 1970)”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αδελφή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free