Meaning of αδελφή | Babel Free
/a.ðelˈfi/Ορισμοί
- αυτή που έχει γεννηθεί από τον ίδιο γονέα με κάποιον άλλον
- η μοναχή
- η νοσοκόμα, η νοσηλεύτρια
-
άντρας ομοφυλόφιλος offensive
Ισοδύναμα
English
sister
Παραδείγματα
“Η αδελφή μου σπουδάζει νομική.”
My sister is studying law.
“Πάω να φωνάξω την αδελφή να σου αλλάξει την πάπια.”
I'm going to get the sister to change your bedpan.
“Η Αδελφή Ιωάννα είναι καλόγρια εδώ και επτά χρόνια.”
Sister Ioanna has been a nun for seven years now.
“Το γκέι μπαρ είναι γεμάτο αδελφές.”
The gay bar is full of queers.
“※ Η αδελφή είπε ότι θα μου έβγαζαν πλάκες. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ο γύψος. Συλλογή διηγημάτων Δεκαοχτώ κείμενα. Αθήνα: Κέδρος, 1970)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.