HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καιρός | Babel Free

Noun masculine CEFR A2 Common
/ceˈɾos/

Ορισμοί

  1. οι επικρατούσες μετεωρολογικές συνθήκες που αναφέρονται στην κατάσταση της ατμόσφαιρας, όπως περιγράφεται με τις βραχυπρόθεσμες εναλλαγές της θερμοκρασίας, της υγρασίας, της φωτεινότητας, της συννεφιάς, της έντασης των ανέμων, της ορατότητας κ.λπ.
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. το δελτίο καιρού, η πρόγνωση της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, όπως μεταδίδεται από την τηλεόραση, το ραδιόφωνο ή τις εφημερίδες
    figuratively
  4. η κατάλληλη στιγμή για να κάνει κάποιος κάτι
  5. ο χρόνος
  6. μια χρονική περίοδος, ένα χρονικό διάστημα (στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον), μικρής ή μεγάλης διάρκειας
  7. η εποχή, οι περιστάσεις, οι συνθήκες της ζωής
    plural
  8. άνεμος, κακοκαιρία
  9. σύντομη ακολουθία προετοιμασίας, την οποία τελούν έμπροσθεν της Ωραίας Πύλης όλοι οι κληρικοί, που πρόκειται να λάβουν μέρος στην επικείμενη τέλεση της Θείας Λειτουργίας

Ισοδύναμα

English weather

Παραδείγματα

“καιρού επιτρέποντος”

weather permitting (formal expression)

“από καιρό σε καιρό”

from time to time

“τι ωραίο καιρό που κάνει σήμερα!”
“ο καιρός θα παρουσιάσει επιδείνωση τις επόμενες μέρες”
“να δούμε τον καιρό, για να μάθουμε αν υπάρχει πιθανότητα βροχής αύριο”
“ήρθε ο καιρός να κάνουμε μια νέα αρχή”
“ο καιρός περνάει, μη χάνεις ευκαιρίες!”
“τον καιρό της εξουσίας του Περικλή”
“πόσο καιρό έχω να σε δω;”
“δύσκολοι καιροί για πρίγκηπες”
“Χτες το πρωί που είχαμε βρει με τη βάρκα στα ανοιχτά, μας έπιασε ξαφνικά καιρός και κοντέψαμε να πνιγούμε.”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καιρός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course