Meaning of κακοκαιρία | Babel Free
/ka.ko.ceˈɾi.a/Ορισμοί
- ο κακός καιρός, οι άσχημες καιρικές συνθήκες
- περίοδος άσχημου καιρού, πχ. με χιόνι, έντονη βροχή, θύελλες κλπ.
Ισοδύναμα
English
bad weather
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.