Meaning of πόλεμος | Babel Free
/ˈpo.le.mos/Ορισμοί
- ένοπλη σύρραξη μεταξύ κρατών, στρατευμάτων ή φατριών, οργανώσεων κλπ, που διεξάγεται σε ένα ή περισσότερα μέτωπα και περιλαμβάνει μία ή περισσότερες μάχες
-
γενικευμένος προληπτικός αγώνας ή έντονη διαμάχη figuratively
Ισοδύναμα
English
Warfare
Παραδείγματα
“εμφύλιος πόλεμος”
civil war
“ακήρυχτος πόλεμος”
undeclared war
“ολοκληρωτικός πόλεμος”
total war
“ανάπηρος πολέμου”
disabled serviceman
“ο Πελοποννησιακός Πόλεμος ήταν ο μεγαλύτερος στην αρχαία Ελλάδα”
“πόλεμος κατά των ναρκωτικών”
“μετά το διαζύγιο, του κήρυξε τον πόλεμο”
“πόλεμος για τη διαδοχή στο κόμμα”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.