Σημασία του σώμα | Babel Free
ˈsomaΟρισμοί
- οργανισμός
- κορμός
- επιδερμίδα
- η υλική υπόσταση σε αντιδιαστολή με το πνεύμα ή την ψυχή
- υλικό αντικείμενο
- οργανωμένο σύνολο ανθρώπων που συνέρχονται με συγκεκριμένο σκοπό
- ευρύτερος αυτοτελής στρατιωτικός σχηματισμός του στρατού ξηράς, ο οποίος καλύπτει μια γεωγραφική περιοχή. Περιλαμβάνει μικρότερες αυτοτελείς μονάδες και σχηματισμούς, όπως μεραρχίες, ταξιαρχίες, συντάγματα και τάγματα.
- δημόσια δύναμη με σκοπό τη φύλαξη, την πρόληψη και την καταστολή της βίας ή φυσικών καταστροφών.
- ο κώδικας, οι εντολές που περιέχονται σε μία σύνθετη δομή προγραμματισμού, όπως σε μία υποθετική εντολή (πχ. εντολή if), σε έναν βρόχο (πχ. εντολή while), σε μιά συνάρτηση ή μέθοδο (βλ. σώμα συνάρτησης), σε μιά κλάση, κλπ.
Ισοδύναμα
العربية
فيلق
Azərbaycanca
korpus
Беларуская
корпус
Български
корпус
Català
cos
Dansk
korps
Español
cuerpo
cuerpo de policía
fuerzas de orden público
fuerzas de seguridad
fuerzas del orden
fuerzas policiales
Eesti
korpus
فارسی
سپاه
Gaeilge
cor
עברית
גיס
Հայերեն
կորպուս
ქართული
კორპუსი
Қазақша
корпус
ខ្មែរ
កងទ័ព
Latina
vigilia
Македонски
корпус
Bahasa Melayu
kor
Português
corpo
corpo de polícia
corpus
forças da ordem
forças da ordem pública
forças de segurança
forças policiais
Română
corp
Русский
корпус
Slovenčina
zbor
Тоҷикӣ
сипоҳ
Tagalog
kapulisan
Українська
ко́рпус
中文
語料庫
Παραδείγματα
“Είναι καινούργιος στο σώμα;”
Is he a new guy on the force?
“σώμα στρατού”
“τα σώματα ασφαλείας, το σώμα της Πυροσβεστικής”
“Στον βρόχο: while ( <συνθήκη> ) { ... <σώμα> ... }, η δήλωση while ( <συνθήκη> ), λέγεται επικεφαλίδα και οι περιεχόμενες εντολές στις αγκύλες σώμα”
“≠ αντώνυμα: επικεφαλίδα”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free