Σημασία του μάνα | Babel Free
ˈma.naΟρισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- η μητέρα, γυναίκα που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει
-
πρωτότυπο (για έγγραφα, κείμενα) familiar
-
η ξύλινη βάση του χαρταετού figuratively
-
παίκτης με κεντρικό ή ιδιαίτερο ρόλο σε διάφορα παιχνίδια figuratively
-
η θέση από όπου "ξεκινάει" κάποιος (στα περισσότερα παιχνίδια) figuratively
-
πηγή νερού vulgar
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free