Meaning of τυχερός | Babel Free
/ti.çeˈros/Ορισμοί
- που έχει καλή τύχη
- αυτός που φέρνει καλή τύχη, που διέπεται, εξαρτάται από την τύχη
Παραδείγματα
“πολύ τυχερός είναι ο Γιώργος... κέρδισε το τζόκερ!!!”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.