Meaning of μαύρο | Babel Free
/ˈma.vɾo/Ορισμοί
- η απουσία χρώματος, η απουσία φωτός
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- έλλειψη εικόνας στην τηλεόραση, όταν σιγάζει το σήμα
- η καταψήφιση ενός υποψηφίου
-
το χασίς slang
Παραδείγματα
“ρίχνω μαύρο”
I vote (literally: throw in) black.
“πέφτει μαύρο (εξαφανίζεται η εικόνα)”
“μαύρο στο Μαυρογιαλούρο! (ατάκα από ελληνική ταινία)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.