HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αδελφός | Babel Free

Noun feminine CEFR A2 Frequent
/a.ðelˈfos/

Ορισμοί

  1. το αρσενικό πρόσωπο, με το οποίο κάποιος έχει κοινούς και τους δύο ή μόνο τον ένα γονέα
  2. ο άνθρωπος με τον οποίο κάποιος συνδέεται με δεσμούς αλληλεγγύης και στενής φιλίας
  3. συνοδευτικό του ονόματος μοναχού

Ισοδύναμα

English brother

Παραδείγματα

“ο μεγάλος μου αδελφός, ετεροθαλείς αδελφοί”
“Mου έχει σταθεί περισσότερο κι από αδελφός.”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αδελφός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course