HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του αδελφός | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Frequent
a.ðelˈfos

Ορισμοί

  1. το αρσενικό πρόσωπο, με το οποίο κάποιος έχει κοινούς και τους δύο ή μόνο τον ένα γονέα
  2. ο άνθρωπος με τον οποίο κάποιος συνδέεται με δεσμούς αλληλεγγύης και στενής φιλίας
  3. συνοδευτικό του ονόματος μοναχού

Ισοδύναμα

Català confraria germà
Čeština bratr
Dansk broder bror
Esperanto frato
Eesti vend
Gàidhlig bràthair
עברית אח אח
Magyar fivér
Íslenska bróðir
日本語 お兄さん 兄弟 同胞
Latina frater
Lietuvių brolis
Nederlands broeder broer frater
Polski bractwo brat
Português confrades confraria irmão irmão irmãos
Română frate
Slovenčina brat brať
Slovenščina brat
Shqip vëlla
Svenska broder bror
Tiếng Việt anh em
中文 兄弟
繁體中文 兄弟
isiZulu ubhuti

Παραδείγματα

“ο μεγάλος μου αδελφός, ετεροθαλείς αδελφοί”
“Mου έχει σταθεί περισσότερο κι από αδελφός.”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αδελφός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free