Meaning of αδελφός | Babel Free
/a.ðelˈfos/Ορισμοί
- το αρσενικό πρόσωπο, με το οποίο κάποιος έχει κοινούς και τους δύο ή μόνο τον ένα γονέα
- ο άνθρωπος με τον οποίο κάποιος συνδέεται με δεσμούς αλληλεγγύης και στενής φιλίας
- συνοδευτικό του ονόματος μοναχού
Ισοδύναμα
English
brother
Παραδείγματα
“ο μεγάλος μου αδελφός, ετεροθαλείς αδελφοί”
“Mου έχει σταθεί περισσότερο κι από αδελφός.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.