HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αδελφός

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Frequent
a.ðelˈfos

Ορισμοί

  1. το αρσενικό πρόσωπο, με το οποίο κάποιος έχει κοινούς και τους δύο ή μόνο τον ένα γονέα
  2. ο άνθρωπος με τον οποίο κάποιος συνδέεται με δεσμούς αλληλεγγύης και στενής φιλίας
  3. συνοδευτικό του ονόματος μοναχού

Ισοδύναμα

34 more languages

Παραδείγματα

“ο μεγάλος μου αδελφός, ετεροθαλείς αδελφοί”
“Mου έχει σταθεί περισσότερο κι από αδελφός.”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αδελφός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free