χώρα
Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- οι αγροτικές περιοχές μιας πόλης-κράτους, η ύπαιθρος, σε αντίθεση προς το άστυ
- πρωτεύουσα: γενική ονομασία πρωτεύουσας νησιού όταν φέρει ίδιο όνομα
- τόπος που κατοικείται από ένα συγκεκριμένο λαό, η πατρίδα
- κράτος, κρατική οντότητα
- ορεινή πρωτεύουσα του νησιού, εκεί που ήταν συνήθως το κάστρο του και η έδρα της ηγεσίας
- περιοχή του ανθρώπινου σώματος
Ισοδύναμα
41 more languages
العربيةوطن
Azərbaycan diliölkə
Беларускаякраіна
Българскистрана
Catalàpaís
Češtinazemě
Cymraegbro
Danskland
DeutschLand
Esperantolando
فارسیکشور
Gaeilgetír
עבריתארץ
Hrvatskidržava
Magyarország
Հայերեներկիր
Íslenskaland
Italianopaese
ქართულიქვეყანა
Kurdîland
Latinaterra
Lietuviųvalstybė
Latviešuvalsts
Nederlandsland
Portuguêspaís
Românățâră
Русскийстрана
Slovenčinakrajina
Slovenščinadržava
Shqipatdhe
Српскидржава
Svenskaland
Türkçeülke
Українськакраїна
中文国家
繁體中文國家
Παραδείγματα
“Η Σκωτία είναι χώρα που αποτελεί τμήμα του ΗΒ.”
Scotland is a country that is part of the UK.
“Άνοιξαν τα σύνορα με τη γειτονική μας χώρα.”
“Μόνο στη χώρα μπορείς να το βρεις αυτό.”
“ηβική χώρα, κροταφική χώρα”
“Χώρα Νάξου: η πόλη Νάξος, Χώρα Αίγινας: η πόλη Αίγινα (όμως: Χωριό Σκύρου: η πρωτεύουσα του νησιού)”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free