Meaning of ελεύθερος | Babel Free
/eˈle.fθe.ros/Ορισμοί
- που δεν έχει περιορισμούς και δεσμεύσεις, εσωτερικές ή εξωτερικές, στη δράση του
-
που δεν περιορίζεται η κίνησή του επειδή δεν είναι δεμένος especially
- που δε βρίσκεται υπό ξένη κατοχή ή τυραννικό καθεστώς
- διαθέσιμος, αδέσμευτος
- που δεν είναι στη φυλακή
- που δεν έχει εμπόδια, ανοιχτός
- χαλαρός, όχι σφιγμένος
- ανύπαντρος
- που δεν ακολουθείται σε μικρή απόσταση από αντίπαλο παίκτη
Παραδείγματα
“ελεύθερος άνθρωπος, ελεύθερη βούληση”
“※ Κι είχε μαύρα μαλλιά κοντά κομμένα κι ελεύθερα κι ένα πρόσωπο λεπτό πολύ άσπρο. (Βασίλης Ρώτας Η κόρη με τα κόκκινα [διήγημα])”
“εμπρός για μια ελεύθερη πατρίδα”
“ελεύθερη θέση, ελεύθερος χρόνος”
“λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων ο κρατούμενος αφέθηκε ελεύθερος”
“※ «Αλήθεια είστε ύπανδρος; Αρραβωνιασμένος;» «Ελεύθερος ... » «Λαμπρά! Θα μας κάνετε την τιμή να δειπνήσετε απόψε μαζί μας;» (Χ.Α. Χωμενίδης, Νίκη, εκδ. Πατάκης, 2014)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.