HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ελεύθερος | Babel Free

Adjective feminine CEFR A2 Frequent
/eˈle.fθe.ros/

Ορισμοί

  1. που δεν έχει περιορισμούς και δεσμεύσεις, εσωτερικές ή εξωτερικές, στη δράση του
  2. που δεν περιορίζεται η κίνησή του επειδή δεν είναι δεμένος
    especially
  3. που δε βρίσκεται υπό ξένη κατοχή ή τυραννικό καθεστώς
  4. διαθέσιμος, αδέσμευτος
  5. που δεν είναι στη φυλακή
  6. που δεν έχει εμπόδια, ανοιχτός
  7. χαλαρός, όχι σφιγμένος
  8. ανύπαντρος
  9. που δεν ακολουθείται σε μικρή απόσταση από αντίπαλο παίκτη

Παραδείγματα

“ελεύθερος άνθρωπος, ελεύθερη βούληση”
“※ Κι είχε μαύρα μαλλιά κοντά κομμένα κι ελεύθερα κι ένα πρόσωπο λεπτό πολύ άσπρο. (Βασίλης Ρώτας Η κόρη με τα κόκκινα [διήγημα])”
“εμπρός για μια ελεύθερη πατρίδα”
“ελεύθερη θέση, ελεύθερος χρόνος”
“λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων ο κρατούμενος αφέθηκε ελεύθερος”
“※ «Αλήθεια είστε ύπανδρος; Αρραβωνιασμένος;» «Ελεύθερος ... » «Λαμπρά! Θα μας κάνετε την τιμή να δειπνήσετε απόψε μαζί μας;» (Χ.Α. Χωμενίδης, Νίκη, εκδ. Πατάκης, 2014)”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ελεύθερος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course