HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μέλος | Babel Free

Noun CEFR A2 Frequent
/ˈme.los/

Ορισμοί

  1. ανδρικό όνομα
  2. τμήμα του σώματος το οποίο εκτελεί συγκεκριμένη εργασία (πχ. πόδι, χέρι, κεφάλι, δάκτυλο)
  3. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Μέλου)
  4. οποιοδήποτε τμήμα οργανισμού ιδιαίτερης λειτουργίας
  5. ο άνθρωπος που συμμετέχει σε επιτροπή, αποστολή, συμβούλιο, σωματείο κ.λπ.
  6. κάθε χώρα (κράτος) συνασπισμού χωρών (οικονομικού, θρησκευτικού, εμπορικού, συμμαχικού κ.λπ)
  7. άνθρωπος ο οποίος εντάσσεται σε μια ομάδα ή ένα κοινωνικό σύνολο με συγκεκριμένο σκοπό και δραστηριότητα
    figuratively
  8. το χορικό ή λυρικό άσμα
  9. η μελωδία
  10. συνώνυμο του στοιχείο συνόλου
  11. μία από τις οντότητες (μεταβλητές, τύποι δεδομένων, συναρτήσεις, κλπ.) που απαρτίζουν μία δομή δεδομένων

Ισοδύναμα

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μέλος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course