HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του γλώσσα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Frequent
ˈɣlo.sa

Ορισμοί

  1. ευκίνητο και μυώδες όργανο του στόματος, που αποτελεί το αισθητήριο όργανο της γεύσης. Χρησιμοποιείται, επίσης, στο μάσημα και την κατάποση της τροφής, αλλά και στην ανθρώπινη ομιλία, κατά την άρθρωση των φθόγγων
  2. μέρος διάφορων αντικειμένων, που μοιάζει (στο σχήμα) με τη γλώσσα, το γλωσσίδι
    figuratively
  3. το σύστημα σημείων, συμβόλων, κινήσεων και ήχων που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία
  4. ο κώδικας επικοινωνίας που αποτελείται από γράμματα, λεξήματα και γραμματικούς κανόνες και είναι το κύριο μέσο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων μιας συγκεκριμένης εθνότητας ή ομάδας
  5. μια σπάνια ή δυσεξήγητη / δυσνόητη λέξη, ένα γλώσσημα
  6. μάθημα το οποίο διδάσκεται στα σχολεία με σκοπό την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας
  7. γένος ψαριού, της οικογένειας των Πλευρονηκτιδών, με πεπλατυσμένο σώμα, που ζει στον αμμώδη πυθμένα της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας

Ισοδύναμα

Afrikaans taal
العربية لسان
Беларуская мова
Български език
Bosanski dil jezik jezyk sole
Català llenguatge
Čeština jazyk jazyk řeč srdce
Cymraeg clust tafod
Dansk sprog tunge tunge
Esperanto lango lingvo
Eesti keel
Euskara hizkuntza
Gàidhlig cànan ridhil ruidhil teanga
Galego lingua linguaxe
ʻŌlelo Hawaiʻi alelo
עברית לשון שָׂפָה
हिन्दी छटपटाना
Hrvatski dil jezik jezyk sole
Magyar nyelv
Հայերեն լեզվակ
Bahasa Indonesia bahasa lidah
Íslenska mal tunga tungumál
ქართული ენა
한국어 언어
Kurdî dil dîl sole ziman
Latina lingua
Lingála lokota lolému
Lietuvių kalba kalba liežuvis
Latviešu valoda
Te Reo Māori arero reo
Македонски јазик
മലയാളം ഭാഷ
Bahasa Melayu bahasa
Nederlands bot taal taal tong tong worstelen
Português idioma língua linguagem
Română limbă
Slovenčina jazyk
Slovenščina jezik
Shqip gjuhë
Српски dil jezyk sole језик
Svenska plös sjötunga språk tunga tunga
Kiswahili lugha ulimi
ไทย ดิ้นรน
Tagalog dila dila dila
ئۇيغۇرچە تىل
Українська мова
اردو زبان
Tiếng Việt giãy lưỡi ngôn ngữ tiếng vấp váp
中文 舌头 舌頭 舌頭 语言 鞋拔
ZH-TW 舌頭 舌頭 語言 鞋拔

Παραδείγματα

“Πρόσεξε μη δαγκώσεις κατά λάθος τη γλώσσα σου.”

Be careful not to accidentally bite your tongue.

“Ο Παππούς έχει καρκίνο της γλώσσας.”

Grandad has tongue cancer.

“η γλώσσα του παπουτσιού”

the tongue of the shoe

“πύρινες γλώσσες φωτιάς”

fiery tongues of fire

“γλώσσα στεριάς που προχωρεί στη θάλασσα”

a tongue of land which projects into the sea

“Η Ελληνική είναι πλούσια γλώσσα.”

Greek is a rich language.

“Ποια είναι η επίσημη γλώσσα εδώ;”

What is the official language here?

“μητρική γλώσσα”

mother tongue

“φυσική γλώσσα”

native/natural language

“τεχνητή γλώσσα”

artificial language

“Φάγαμε χθες γλώσσα για βραδινό.”

We ate sole yesterday for supper.

“κόκαλο παπουτσιών, αναβάτης παπουτσιών”
“ελληνική γλώσσα, αγγλική γλώσσα”
“Όταν μιλάνε οι ξένοι δε καταλαβαίνω τι λένε, επειδή δε μιλάω τη γλώσσα τους.”
“λατινικά glossa”
“Την πρώτη ώρα έχουμε Γλώσσα και μετά Μαθηματικά..”
“Κυριότερο είδος της γλώσσας είναι η Γλώσσα η κοινή, που αλιεύεται για το εύγευστο κρέας της.”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γλώσσα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free