λόγος
Ορισμοί
- η ικανότητα του ανθρώπου να επικοινωνεί με τη γλώσσα και η ίδια η γλώσσα ως οργανωμένο σύστημα σημείων
- ανδρικό επώνυμο
- αυτό που λέγεται, τα λόγια, η κουβέντα, η λεκτική μετάδοση (της) πληροφορίας και κάποιες φορές και το νόημά της/η σημασία της
- η δημόσια ομιλία
- η υπόσχεση
- η απολογία ή ο απολογισμός που δίνει κάποιος για τις ενέργειές του
- η λογική ικανότητα του ανθρώπου
- η αιτία
- η σχέση δύο μεγεθών εκφρασμένη σε κλάσμα, η αναλογία
- ο Χριστός
-
ο Λόγος του Θεού, η διδασκαλία του θεού general
- β' πληθυντικός σε ουδέτερο γένος: Τα λόγια
Ισοδύναμα
41 more languages
Българскиотношение
Catalàraó
Esperantoproporcio
Suomiaiheuttaminenjuhlapuhekausaliteettipuhesanasuhdesuhdeasteikollinensuhdelukusyy-seuraussuhdesyy-yhteyssyysuhde
Galegorazón
עבריתיחס
हिन्दीअनुपात
Magyararany
Қазақ тілілогос
Latinaoratio
മലയാളംഅനുപാതം
Русскийкаузальностькоэффициентназыватьотношениепричи́нная связьрациословословопроизведениесловопроизводствосоотношениесформулировать
Kiswahiliuwiano
Tagalogtagway
繁體中文比例
Παραδείγματα
“Υπάρχει βάσιμος λόγος να τηρείται το απόρρητο.”
There is a good reason to keep something confidential.
“το χάρισμα του λόγου, γραπτός λόγος”
“πικρό λόγο δεν άκουσα από τα χείλη της”
“έβγαλε λόγο”
“ο λόγος μου είναι συμβόλαιο”
“θα δώσεις λόγο για τις πράξεις του”
“ο ορθός λόγος”
“είχε τους λόγους του για να το κάνει αυτό”
“ο λόγος των δύο πλευρών ενός τριγώνου”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free