Meaning of λόγος | Babel Free
/[ˈlo.ɣos]/Ορισμοί
- η ικανότητα του ανθρώπου να επικοινωνεί με τη γλώσσα και η ίδια η γλώσσα ως οργανωμένο σύστημα σημείων
- ανδρικό επώνυμο
- αυτό που λέγεται, τα λόγια, η κουβέντα, η λεκτική μετάδοση (της) πληροφορίας και κάποιες φορές και το νόημά της/η σημασία της
- η δημόσια ομιλία
- η υπόσχεση
- η απολογία ή ο απολογισμός που δίνει κάποιος για τις ενέργειές του
- η λογική ικανότητα του ανθρώπου
- η αιτία
- η σχέση δύο μεγεθών εκφρασμένη σε κλάσμα, η αναλογία
- ο Χριστός
-
ο Λόγος του Θεού, η διδασκαλία του θεού general
- β' πληθυντικός σε ουδέτερο γένος: Τα λόγια
Παραδείγματα
“Υπάρχει βάσιμος λόγος να τηρείται το απόρρητο.”
There is a good reason to keep something confidential.
“το χάρισμα του λόγου, γραπτός λόγος”
“πικρό λόγο δεν άκουσα από τα χείλη της”
“έβγαλε λόγο”
“ο λόγος μου είναι συμβόλαιο”
“θα δώσεις λόγο για τις πράξεις του”
“ο ορθός λόγος”
“είχε τους λόγους του για να το κάνει αυτό”
“ο λόγος των δύο πλευρών ενός τριγώνου”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.