HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λόγος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR A2 Common
[ˈlo.ɣos]

Ορισμοί

  1. η ικανότητα του ανθρώπου να επικοινωνεί με τη γλώσσα και η ίδια η γλώσσα ως οργανωμένο σύστημα σημείων
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. αυτό που λέγεται, τα λόγια, η κουβέντα, η λεκτική μετάδοση (της) πληροφορίας και κάποιες φορές και το νόημά της/η σημασία της
  4. η δημόσια ομιλία
  5. η υπόσχεση
  6. η απολογία ή ο απολογισμός που δίνει κάποιος για τις ενέργειές του
  7. η λογική ικανότητα του ανθρώπου
  8. η αιτία
  9. η σχέση δύο μεγεθών εκφρασμένη σε κλάσμα, η αναλογία
  10. ο Χριστός
  11. ο Λόγος του Θεού, η διδασκαλία του θεού
    general
  12. β' πληθυντικός σε ουδέτερο γένος: Τα λόγια

Ισοδύναμα

41 more languages
Българскиотношение
Catalàraó
Esperantoproporcio
Galegorazón
עבריתיחס
हिन्दीअनुपात
Magyararany
Bahasa Indonesiakausasinisbahorasirasio
Íslenskahlutfallrok
日本語
Қазақ тілілогос
Kurdîrêçrok
Latinaoratio
മലയാളംഅനുപാതം
Bahasa Melayunisbahpengucapan
Kiswahiliuwiano
Tagalogtagway
中文比例
繁體中文比例

Παραδείγματα

“Υπάρχει βάσιμος λόγος να τηρείται το απόρρητο.”

There is a good reason to keep something confidential.

“το χάρισμα του λόγου, γραπτός λόγος”
“πικρό λόγο δεν άκουσα από τα χείλη της
“έβγαλε λόγο”
“ο λόγος μου είναι συμβόλαιο”
“θα δώσεις λόγο για τις πράξεις του
“ο ορθός λόγος”
“είχε τους λόγους του για να το κάνει αυτό”
“ο λόγος των δύο πλευρών ενός τριγώνου”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λόγος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free