HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λέξη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Common
ˈle.ksi

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. η κύρια μονάδα της γλώσσας από άποψη συντακτική, γραμματική και σημασιολογική· αποτελεί ένα σύνολο φθόγγων που αρθρώνονται ενιαία, φέρει νόημα και αποτελείται από ένα ή περισσότερα μορφήματα
  3. φράση, κουβέντα
    figuratively
  4. η μικρότερη μονάδα μνήμης, για την μεταφορά και επεξεργασία εντολών και δεδομένων. Το μέγεθος της λέξης έχει συγκεκριμένο αριθμό bits (m = 1, 2, 4, 8, 16, 32, κλπ.) που εξαρτάται από το ψηφιακό σύστημα και μπορεί να αναπαραστήσει 2ᵐ τιμές.

Ισοδύναμα

Englishtermword
22 more languages

Παραδείγματα

“κλιτή λέξη, άκλιτη λέξη, μονοσύλλαβη, πολυσύλλαβη λέξη”
“Αυτή η πρόταση περιέχει έξι λέξεις.”
Δεν είπε λέξη όλο το βράδυ.”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λέξη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free