HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του λέξη | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Common
ˈle.ksi

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. η κύρια μονάδα της γλώσσας από άποψη συντακτική, γραμματική και σημασιολογική· αποτελεί ένα σύνολο φθόγγων που αρθρώνονται ενιαία, φέρει νόημα και αποτελείται από ένα ή περισσότερα μορφήματα
  3. φράση, κουβέντα
    figuratively
  4. η μικρότερη μονάδα μνήμης, για την μεταφορά και επεξεργασία εντολών και δεδομένων. Το μέγεθος της λέξης έχει συγκεκριμένο αριθμό bits (m = 1, 2, 4, 8, 16, 32, κλπ.) που εξαρτάται από το ψηφιακό σύστημα και μπορεί να αναπαραστήσει 2ᵐ τιμές.

Ισοδύναμα

Български ду́ма
Čeština slovní slovo slovo vyjadřovat
Dansk ord
Deutsch formulieren TU Vokabel Word Wort
English term word word word
Español palabra vocablo
Eesti sõna
Suomi sana
Français mot parole parole rédiger verbe Word
Հայերեն բառ
Italiano parola vocabolo word
日本語
Kurdî term
Latina verbum
Lietuvių žodis
Latviešu vārds
Nederlands woord
Polski mowa przenosić słowny słowo słowo
Português palavra
Slovenčina slovo
Shqip fjalë
Türkçe kavil kelime söz sözcük
Tiếng Việt điều lời hứa

Παραδείγματα

“κλιτή λέξη, άκλιτη λέξη, μονοσύλλαβη, πολυσύλλαβη λέξη”
“Αυτή η πρόταση περιέχει έξι λέξεις.”
“Δεν είπε λέξη όλο το βράδυ.”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λέξη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free